Το θείον ον

Παναγιώτης Χρήστου

Είναι ιδιαιτέρως προσφιλές στους φιλοσόφους να παριστάνουν τον Θεό σαν αόριστη δύναμι που δεν είναι δυνατό να συλληφθή παρά ως ένα ασυνείδητο και χωρίς ζωή κινούν ακίνητο. Ακόμη χειρότερη είναι η περίπτωσις της ατυχούς θεολογίας των Θνητοθεϊτών, οι οποίοι παρουσιάζουν τον θεό σαν μία υπερκόσμια κατάστασι διακεχυμένη και άμορφη, που θα μπορούσε να παρομοιασθή με την άμορφη ύλη, πριν έλθη ο Δημιουργός του Πλάτωνος να την διαμορφώση, ή με το χάος, πριν έλθη να το διακοσμήση ο Νους του Αναξαγόρα. Θα μπορούσε να παρομοιασθη, αν επάνω από την ύλη και το χάος δεν ήσαν τα δύο εκείνα διαμορφωτικά όντα. Πλησιέστερα προς την έννοια του Θεού των Θνητοθεϊτών είναι ο Βυθός του Βαλεντίνου και το Μη Ον του Βασιλείδου, από το οποίο βαθμιαίως αναδύθηκε η ύπαρξις. Παρατηρείται όμως αυτή η ουσιώδης διαφορά, ότι, ενώ οι παλαιοί Γνωστικοί φθάνουν από την ανυπαρξία στην γέννησι του Θεού, οι νέοι Θνητοθεΐτες φθάνουν από την ύπαρξι του Θεού στον θάνατό του.

Δεν βλέπει φυσικά κανείς, ποια θέσι θα μπορούσε να έχη και ποια λειτουργία θα μπορούσε να επιτέλεση τέτοια άμορφη υπερκόσμια κατάστασις, όπως επίσης δεν εννοεί με ποιόν τρόπο θα μπορούσε να ενεργή μία ασυνείδητη υπερβατική δύναμις που τυχόν θα υπήρχε στο σύμπαν. Οπωσδήποτε μία άχρηστη και άσκοπη κατάστασις δεν
διαθέτει τίποτε που να αρμόζη στην θεότητα• είναι απλώς χάος.

Πάντως αντιλήψεις αυτού του είδους φανερώνουν ότι ο Θεός ασκεί τέτοια επιρροή στον κόσμο μας και προβάλλει τέτοια συγκεκριμένη βούλησι, ώστε η ανθρωπίνη βούλησις να μη μπορή να την υπερκεράση ή να την παραβλέψη κατά οποιονδήποτε τρόπο. Γι' αυτό η ανθρωπίνη σκέψις ασχολείται με αυτόν ακόμη και αρνητικώς. Είναι λοιπόν σαφές ότι ο Θεός είναι το Ον.

Βεβαίως μπορούμε ν' αποδώσωμε σ' αυτό το Ον όλα τα ιδιώματα που συνηθίζει να του προσδίδη η δογματική θεολογία. Επί παραδείγματι είναι επάνω από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή άπειρος και αιώνιος• επάνω από τα κτιστά όντα, δηλαδή ασύγκριτος και ακατάληπτος• επάνω από την δύναμι, δηλαδή παντοδύναμος και αναλλοίωτος• επάνω από την σχετικότητα, δηλαδή πανάγαθος και τέλειος. Αλλά όλα αυτά δεν εξαίρουν περισσότερο τον χαρακτήρα του Θεού από όσο αυτός ο χαρακτηρισμός του ως του Όντος, του πραγματικού Όντος.

«Εγώ ειμί ο Ων», είπε ο Θεός στον Μωυσή επί του Σινα(1). Μερικές από τις ανωτέρω ιδιότητες όχι απλώς επιδέχονται περιορισμούς, αλλά και υπόκεινται σ' αυτούς. Εκείνο που τον καθιστά Θεό, είναι η θέσις του στην απόλυτη ύπαρξι. Όλα τα άλλα όντα, πρόσωπα και πράγματα, είναι δυνατό να μη υπάρχουν, και πραγματικά κάποτε δεν υπήρχαν αφού είναι κτιστά, αλλά ο Θεός υπάρχει αΪδίως. Θεός και ανυπαρξία είναι όρων αντίφασις. Το θεμελιώδες γνώρισμά του είναι ότι κάποτε ήταν μόνος και δεν υφίστατο τίποτε άλλο εκτός από αυτόν και τίποτε άλλο δεν είχε συνείδησι της παρουσίας του. «Ουδέν ην πλην αυτού• αυτός δε μόνος ων, πολύς ην», διακηρύσσει σε μία εντυπωσιακή πρότασί του ο Ιππόλυτος(2). Ως Ων κινείται, υπό την έννοια που ανέλυσα στο δεύτερο κεφάλαιο αυτού του δοκιμίου, ζη και παρέχει ζωή. Εφ' όσον δε έχει συνείδησι της υπάρξεώς του και κατευθύνει τις ενέργειές του συνειδητώς προς (ορισμένους σκοπούς, είναι προσωπότης• διότι μόνο μία προσωπότης μπορεί να έχη συνείδησι εαυτής, να διατηρή σχέσεις και να προσφέρη. Δεν είναι λοιπόν δυνατό να σκεφθούμε τον Θεό αλλιώς παρά ως μία προσωπότητα, η οποία υπέρκειται κάθε άλλης και δίνει σ' όλες τις άλλες νόημα και σκοπό υπάρξεως• είναι η πηγή της κινήσεως, της δυνάμεως και της ζωής.

Ένας δεύτερος βιβλικός ορισμός, εξ ίσου σπουδαίος με τον προηγούμενο, είναι ότι ο Θεός είναι «ο Ων και ο Ην και ο Ερχόμενος», όπως αποκαλείται στην Αποκάλυψι(3). Η έννοια του χαρακτηρισμού είναι διττή• αφ' ενός μεν επιβεβαιώνει την αϊδιότητα της υπάρξεώς του, αφ' ετέρου δε δηλώνει την κίνησι προς άλλα πρόσωπα ως το χαρακτηριστικώτερο γνώρισμα της προσωπότητός του(4). Δια μέσου όλης της υπάρξεώς του κυριαρχεί η κίνησις, η έλευσις, η αποκάλυψις, η μετάδοσις. Βλέπει κανείς αυτήν την κίνησι ακόμη και στην ποικιλία των παραστάσεων στην βυζαντινή αγιογραφία: Εμμανουήλ, ο εν ετέρα μορφή, ο Παντοκράτωρ, ο Παλαιός των ημερών.

Όλες οι θρησκείες αναζητούν και κηρύσσουν προσωπικό Θεό. Η παρατηρουμένη σε πολλούς χριστιανούς θεολόγους τάσις, να παρουσιάζουν οξεία διάκρισι μεταξύ της ιουδαϊκής περί Θεού ιδέας και της ελληνικής, για τον λόγο ότι του Ιουδαϊσμού ο Θεός παρουσιάζεται ως πρόσωπο, ενώ των Ελλήνων είναι αφηρημένη έννοια, ξεκινά από εσφαλμένες προϋποθέσεις, όπως υποδείχθηκε και σ' άλλο σημείο του δοκιμίου τούτου. Μπορούμε να συγκρίνωμε αντιλήψεις που εκφράζονται μόνο σε ομοειδή συστήματα. Έτσι δεν έχομε το δικαίωμα να συγκρίνωμε τις θρησκευτικές ιδέες μιας θρησκευτικής λογοτεχνίας, όπως είναι η Παλαιά Διαθήκη, με τις ιδέες που διατυπώνονται στα συστήματα της ελληνικής φιλοσοφίας, και γενικεύοντας να ισχυριζώμαστε ότι οι Έλληνες δεν επίστευαν σε προσωπικό Θεό• δεν έχομε το δικαίωμα να προβαίνωμε σε τέτοια σύγκρισι, διότι τα επίπεδα είναι ανόμοια. Βεβαίως των ελληνικών φιλοσοφημάτων ο Θεός είναι ιδέα, έννοια, δύναμις, κινούν• αλλοιώς δεν θα ήταν φιλοσοφήματα αλλά θρησκείες. Το ομοειδές πεδίο επί του ελληνικού χώρου είναι η λατρεία των ειδώλων, η τραγωδία, τα μυστήρια• και σ' όλα αυτά ο Θεός παρουσιάζεται εντόνως προσωπικός, διότι είναι θρησκεύματα ή παραθρησκευτικά έκδηλώματα.

Δεν είναι δε απλώς προσωπότης ο Θεός, αλλ' είναι η διαρκώς ενώπιον του ανθρώπου ισταμένη προσωπότης. Γι' αυτό δεν είναι ποτέ κυριολεκτικώς «αυτός», το τρίτο πρόσωπο, και φυσικά δεν γίνεται ποτέ αντικείμενο ερεύνης. Όταν κατέρχεται, είναι το εγώ και ο άνθρωπος είναι το εσύ• και όταν ο άνθρωπος αντιλαμβανόμενος την φωνή του αρχίζη την άνοδο, ο Θεός είναι το εσύ και ο άνθρωπος το εγώ που σύρεται και οδηγείται από το θείο εσύ. Ο Θεός καθίσταται «αυτός» μόνο στον τρόπο θεολογικής εκφράσεως.

Υπαινίχθηκα ανωτέρω ότι μερικά από τα αποδιδόμενα στον Θεό ιδιώματα επιδέχονται περιορισμό. Είναι κυρίως δύο, και ο περιορισμός των σχετίζεται με την προσωπική ύπαρξι του Θεού. Ο Θεός είναι άπειρος και αόριστος στην υπερβατικότητά του, αλλ' είναι επίσης συγκεκριμένη και καθωρισμένη ύπαρξις που δεν διαχέεται στο αχανές• γι' αυτό την χαρακτηρίζομε ως προσωπότητα. Το ιδίωμα της απειρίας και του απεριορίστου έχει την έννοια της απολύτου διακρίσεώς του από την κτίσι, χωρίς αυτό να θίγη την πραγματικότητα της προσωπικής υπάρξεως και αυτοσυνειδησίας του. Είναι επίσης ο Θεός ακατάληπτος στην υπερβατικότητά του, αλλά στην αποκάλυψί του φανερώνεται και συλλαμβάνεται με τον τρόπο που ήδη περιεγράψαμε. Γι' αυτό οι κατ' αναλογία των κτιστών πραγμάτων αποδιδόμενες στον Θεό ιδιότητες, έστω και στην απόλυτη αξία τους, πρέπει να εκλαμβάνωνται απλώς ως τρόποι ερμηνείας• αλλοιώς παραπλανούν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εξ. 3, 14.

2. Εις την αίρεσιν Νοήτου 10.

3. Αποκ. 1, 8.

4. Βλ. Ν.Νησιώτου, «Προλεγόμενα εις την θεολογικήν γνωσιολογίαν, 149.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ