ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & πάσης Ελλάδος

«ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ»

Θα ξανακούσουμε και πάλιν απόψε, τους λόγους του Σταυρού, τα λόγια δηλ. που επρόφερε πάνω στο φρικτό μαρτύριό του ο Κύριός μας και θα αναπολήσουμε τη μεγάλη, την ανεπανάληπτη θυσία του χάριν της ανθρωπότητας. Θα αισθανθούμε συγκίνησι, κατάνυξι και μυστικοπάθεια και θα ζήσουμε πάλι για λίγες ώρες το θείο δράμα στην αποκορύφωσί του. Η ορθόδοξη Εκκλησία μας, με τον κατανυκτικό της περίγυρο, θα διευκολύνει τις πνευματικές μας εξάρσεις και θα μας προσφέρει τη δυνατότητα για ένα γόνιμο στοχασμό, χρήσιμο στην προσωπική του καθενός μας πορεία, και στον αγώνα του για καταξίωσι.

Σκέπτομαι πόσο θα κερδίζαμε αν μπορούσαμε να μπούμε βαθύτερα μέσα στην έννοια των λόγων του Ιησού, που τους επρόφερε πάνω στο Σταυρό. Είναι λόγοι οδύνης, μα και σοφίας αληθινής. Τι ωκεανοί αγάπης δεν κρύβονται πίσω από το «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Πόσα αποθέματα ανοχής, κατανόησης, υπομονής κι' ελπίδας. Η ανεξικακία σε θεοποίησι, ο οίστρος της πληθωρικής θεϊκής αγάπης σε δυναμική έξαρσι. «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Επίκλησι του ελαφρυντικού της άγνοιας, η συγκαταβατική δικαιολόγησι της ανομίας; Ο σκοτισμένος από το φθόνο και το φανατισμό ανθρώπινος νους είναι ικανός για όλα. Αλλά και η θεία αγάπη μπορεί να καλύπτει όλα. Ακόμη κι' εκείνα που στρέφονται ενάντια στο θέλημά της, κι' εκείνα που καταδυναστεύουν την εικόνα της. «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι βουλαί αυτού» (Ρωμ. ια', 33).

***

Καθώς ο Κύριος έβλεπε τους ανθρώπους να τον σταυρώνουν αισθάνθηκε την ανάγκη να τους υπερασπισθή εμπρός στα μάτια του Πατέρα. Και ψέλλισε τον βαθύ και απροσπέλαστο στην ανθρώπινη κακία λόγο της συγγνώμης. «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είπε για κείνους που συνειδητά γίνονταν θεομάχοι και σταύρωναν τη σαρκωμένη αγάπη του κόσμου. Εκείνος τα ήξερε όλα, ήξερε το άστατο του όχλου, τη δύναμι της τύφλωσής του, την απύθμενη κακία, την αστάθεια των ανθρώπινων, το βύθισμα της άγνοιας. Και ήξερε ότι παντού και πάντοτε οι άνθρωποι θα σταύρωναν στον καιρό τους την αγιότητα, την αρετή, το ήθος. Αλλά για πάντοτε Εκείνος θα προφέρει το λόγο της συγγνώμης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο δράστης του εγκλήματος, οσαδήποτε και αν είναι τα κρίματά του, οιαδήποτε η ενοχή του. Τον ακούω και σήμερα την ίδια προσευχή να απευθύνει στον ουρανό για όλους μας, όσοι μιμούμενοι τους σταυρωτές του σταυρώνουμε κάθε μέρα, με την άπρεπη διαγωγή μας, το Χριστό και τους αδελφούς του μέσα στον κόσμο.

***

«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους που στερεωμένοι στην πρόσκαιρη δύναμί τους δοκιμάζουν την υπομονή των λαών καταπιέζοντας και τυραννώντας το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι κάθε λογής εκμεταλλευτές της βίας, δεν λείπουν από τις κοινωνίες μας. Η δύναμί τους, είτε πολιτική, είτε οικονομική, τους υπαγορεύει μια βάναυση συμπεριφορά, περιφρονητική της απαραβίαστης και ανεπανάληπτης θείας εικόνας, του ανθρώπου δηλ. Κι αυτοί, θωρώντας την μόνιμη και ακλόνητη, αυταπατώνται τραγικά και ναρκισσεύονται, ασεβούντες απέναντι στον ίδιο το Θεό, που έπλασε «εξ' ενός γένους παν Έθνος ανθρώπων».
«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους πού κάνοντας χρήσι του διανοητικού τους ταλάντου, διοχετεύουν στις καρδιές το δηλητήριο της άρνησης και της απιστίας, παρασύρουν τους νέους στον εκμαυλισμό, παριστώντας τους το ψέμα γι' αλήθεια και το σκοτάδι για φως. Αυτοί ναρκοθετούν το δρόμο προς την ευτυχία, τρέφουν τις παραισθήσεις, οργιάζουν στον ξέφραγο αγρό της ανθρώπινης ψυχής. Ο κιτρινισμός σε όλες του τις εκφάνσεις είναι δικό τους γέννημα, κι αυτός με τη σειρά του, γεννάει την οδύνη, τον αποπροσανατολισμό, την αλλοτρίωσι. Κακοποιούν την αλήθεια, θεοποιούν το ένστικτο, κρύβουν το φως. Είναι φονευτές και εξολοθρευτές ψυχών.

***

«Ου γαρ οίδασι τί ποιοϋσι». Το λέει για κείνους πού ενώ τάχθηκαν να οδηγούν • το λαό, αυτοί, αντίθετα, πέρασαν στην οπισθοφυλακή. Το άλας μ'ωράνθηκε στα χέρια τους, κι' αυτοί έχασαν μεσ' απ' την καρδιά τους τη γονιμότητα μιας αξεπέραστης αποστολής, πού τους δόθηκε σαν ιερή παρακατρ-θήκη, προκειμένου να δείχνουν το δρόμο του χρέους, πού όμως αυτοί πρώτοι παρεβίασαν. Μεγάλωσαν την άπόστασι ανάμεσα στα λόγΓα καί στα έργα τους, έγιναν αναξιόπιστοι κΓ έχρεωκόπησαν στίς ανθρώπινες συνειδήσεις. Κανείς πια δεν τους εμπιστεύεται, μαζί τους κινδυνεύουν να πέσουν σε ανυποληψία καί οί θεσμοί πού εκπροσωπούν.
«Ου γαρ οίδασι τί ποιοϋσι». Το λέει για κείνους που ενώ τάχθηκαν να παιδαγωγούν τη νεότητα, αυτοί οπλίζουν τα νεανικά χέρια με πέτρες, που πετιούνται στον αέρα και αγριεύουν την πλάσι. Είτε γονείς λέγονται αυτοί, είτε παιδαγωγοί κάνουν ό,τι μπορούν για να απομακρύνουν από τα παιδιά το φως του Χριστού. Εγκληματικά γι' αυτούς, για την κοινωνία και για τα ίδια τα παιδιά, κρύβουν απ' αυτά τη σωφρονίζουσα ηθική της Εκκλησίας και πασχίζουν να διαπλάσουν χαρακτήρες αναιμικούς και ατροφικούς, αποξενωμένους από τις σωστικές αλήθειες της πίστεως. Τις συνέπειες βέβαια της τακτικής τους τις γεύεται σήμερα η ανθρωπότητα όλη, και μαζί της και η κοινωνία μας, καθώς τρίβει τα μάτια της εμπρός στις συγκλονιστικές εκδηλώσεις της χωρίς Θεό και πίστι νεολαίας, που ζητεί να διοχετεύσει το δυναμισμό της στα κανάλια της συμφοράς, της άρνησης, και της καταστροφής.

***

«Ου γαρ οϊδασι τι ποιοϋσι». Το λέει για κείνους, που, πιστοί στην οιαδήποτε ιδεολογία τους, είτε μάχονται και διώκουν, είτε στραγγαλίζουν την πίστι και τις εκδηλώσεις της σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης• Γεμίζουν σήμερα τα «ψυχιατρικά» άσυλα από αντιφρονούντες και στέλλονται κατά δεκάδες στην εξορία οι άνθρωποι που μόνο τους έγκλημα είναι ότι δεν άφησαν την πίστι να τους εγκαταλείψει. Σταυρώνονται κάθε μέρα χιλιάδες απ' αυτούς, καθώς μεθοδεύεται ο αποχρωματισμός τους και βιάζεται η λατρεία του Θεού και περιφρονείται η Εκκλησία του.

***

«Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Το λέει για κείνους που καταχρώνται των αγαθών με τα οποία τους επροίκισε για να εκμεταλλεύωνται τον αδύνατο, να στρώνουν με τριβόλους το δρόμο του, να δοκιμάζουν την υπομονή του. Πόσοι και πόσοι τέτοιοι εκμεταλλευτές, άνθρωποι της αδικίας, σκοταδιστές αληθινοί δεν περπατούν ανάμεσά μας. Πόσοι δεν ρουφούν το αίμα του φτωχού, δεν δυναστεύουν τον .αδύνατο, δεν τρώνε τις σάρκες του. Κι' όμως και γι' αυτούς υπάρχει χώρος στη θεία αγάπη. Κι' αυτοί κάποτε πρέπει να ψελλίσουν το «ήμαρτον...»

***

Ναι, αυτό το νόημα έχει ο θεϊκός λόγος. Δεν μπορεί να σημαίνει αμνήστευσι του κακού, συγχωροχάρτι της ανομίας. Ο θείος λόγος έχει την έννοια μιας προθεσμίας, που θα αναβάλει την εκδήλωσι της θείας οργής, που θα σταματήσει τη διαδικασία της άμεσης κύρωσης, του κεραυνού που θα έπρεπε να εκσφενδονισθή πάνω στις κεφαλές των ενόχων. Έχει την έννοια της θείας ανοχής, που ξέρει να περιμένει τη μετάνοια του αμαρτωλού, τη συναίσθησι των εγκλημάτων του, την επανόρθωσι των αδικιών. Μια τέτοια έννοια, καθαρά φιλάνθρωπη, ας μας φέρει όλους στην αυτογνωσία. Η σημερινή ημέρα προσφέρεται για τούτο. Είναι η μέρα της μεγάλης ενοχής, και της μεγάλης ενοχής, και της μεγάλης ανοχής. Απ' τη μια μέχρι την άλλη τώρα η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Τα απλωμένα χέρια του Χριστού, ενώνουν τώρα τα διεστώτα. Και ο λόγος του, πάνω απ' το Σταυρό, μεθοδεύει την πορεία μας προς τη λύτρωσι. Μια λύτρωσι που στην αφετηρία της έχει τα δικά μας βήματα, και στο τέρμα της τη θεία ευσπλαχνία.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ