ta paidia ένας πρίγκηπας και μια πριγκίπισσα από την Περσία που αγάπησαν τον Χριστό και μαρτύρησαν κατά προσταγή του βασιλιά πατέρα τους! 

Ο Χριστός φανερώνεται στις αγαθές ψυχές, ενώ η κακία του πονηρού κάνει απάνθρωπο ακόμα και έναν πατέρα και τον οδηγεί στην θανάτωση των παιδιών του...

Στα χρόνια του βασιλιά των Περσών Σαβωρίου, κατά το έτος 330 μ. Χ., ζούσε κάποιος Πέρσης, άρχοντας, συγγενής του βασιλιά, που ονομαζόταν Δάδας. Ο Δάδας ήταν πιστός Χριστιανός και δεν δίστασε να φανερώσει την πίστη του. Γι΄αυτό διεβλήθη στο βασιλιά και εκείνος πρόσταξε να δικαστεί από τον γιο του Γοβδελαά και από τον άρχοντα Αδραμέλεχ.

Εκείνοι, αφού τον ανέκριναν και δεν μπόρεσαν να τον πείσουν να αρνηθεί το Χριστό, πρόσταξαν να αναφτεί ένα μεγάλο καμίνι και να ριχτεί μέσα ο Δάδας. Ο αθλητής του Χριστού πλησίασε στο καμίνι και σχημάτισε πάνω του το σημείο του σταυρού. Αμέσως, ω του θαύματος, η φωτιά έσβησε και αντί για φλόγες ανέβλυσε νερό!

Βλέποντας αυτό το μεγάλο θαύμα, όλοι οι παρεβρισκόμενοι έμειναν εκστατικοί. Ο υιός του βασιλέως, ο Γοβδελαάς, ρώτησε τότε τον Δάδα: «Ποιος σου δίδαξε αυτές τις μαγείες;» Και ο Δάδας αποκρίθηκε: «μακάρι να αξιωθείς να μάθεις και εσύ τέτοια από τον διδάσκαλό μου, τον Χριστό». Αν πιστέψω στο Χριστό θα μπορέσω να κάνω και εγώ παρόμοια θαύματα;» «Όχι μόνο τέτοια, αλλά και θα αξιωθείς να συμβασιλεύσεις με τον ίδιο τον Χριστό».

 

Τότε πρόσταξε ο Γοβδελαάς να αναφτεί ένα άλλο καμίνι και, αφού επεκαλέστηκε το όνομα του Χριστού, αμέσως έσβησε η φωτιά. Χάριν του μεγάλου αυτού θαύματος, πίστεψε στον Χριστό.

Όταν έμαθε ο βασιλιάς ότι ο γιος του είναι Χριστιανός, πρόσταξε να τον ραβδίσουν δυνατά. Ο μάρτυς του Χριστού, καθώς δέροταν σε όλο το σώμα, παρακαλούσε σιωπηλά το Χριστό να του δοθεί υπομονή. Τότε Άγγελος Κυρίου φάνηκε που τον ενεθάρρυνε και τον ενεδυνάμωνε λέγοντας: «Έχε θάρρος, και μην φοβάσαι, γιατί εγώ είμαι μαζί σου».

 

Κατά προσταγή του βασιλιά πατέρα του, ρίχτηκε στη φυλακή και μετά συνεχίστηκαν τα βασανιστήρια. Με θαυματουργικό τρόπο λύθηκαν τα δεσμά του και ο άγιος έγινε υγιής, όπως ήταν στην αρχή. Τότε ο βασιλιάς έδωσε διαταγή να τον θανατώσουν λέγοντας:» Θανατώστε αυτόν τον δυσσεβή, γιατί δεν είναι πλέον υιός μου, αλλά επίβουλος μου, αφού πιστεύει στον Χριστό».

Τα μαρτύρια συνεχίστηκαν και πάλι θαυματουργικά ο άγιος έγινε υγιής. Βλέποντας αυτά τα θαυμαστά γεγονότα οι άλλοι φυλακισμένοι έλεγαν: «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών!»

Η μητέρα του μάρτυρος και η αδελφή του, η Κασδόα, ήθελαν να τον δουν ,αλλά φοβόταν την οργή του βασιλιά, που είχε δώσει εντολή κανείς να μην πάει κοντά του και ούτε νερό να μην του δώσουν. Αλλά η Κασδόα τόλμησε και πήγε στην φυλακή και του έδωσε νερό. Και ο μάρτυς του Χριστού, ενώ μέχρι τότε ζητούσε παρηγοριά και θεραπεία από το Θεό, επειδή η ψυχή του δεν ήταν ακόμα στερεωμένη στην πίστη του Χριστού, εφόσον η ψυχή του έγινε σταθερή στην πίστη δεν ζητούσε ιατρεία αλλά υπομονή και προθυμία για τα βάσανα.

Κάποιος μάγος που βρισκόταν στην φυλακή για τις κακίες που είχε κάνει, βλέποντας την υπομονή του αγίου και τις θαυμαστές θεραπείες του, έπεσε στα πόδια του και ζητούσε να τον ευλογήσει με την χάρη του Θεού. Και ο άγιος του είπε: «Πίστεψε σ΄ αυτόν και θα σε λυτρώσει από όλες τις αμαρτίες σου.» Τότε ο πρώην μάγος πίστεψε στον αληθινό Θεό.

Ο βασιλιάς πρόσταξε να συνεχιστούν τα μαρτύρια, αλλά ο άγιος γιατρεύτηκε πάλι από την χάρη του Θεού. Σκέφτηκαν μετά να τον σταυρώσουν πάνω σε ένα ξύλο και πλήθος λαού να τον τοξεύουν με βέλη. Αλλά και πάλι με θαυματουργικό τρόπο τα βέλη όχι μόνο δεν τον χτυπούσαν, αλλά φαινόταν σαν να κρέμονται στον αέρα!

Τότε ο  βασιλιάς έστειλε στην φυλακή την κόρη του, την Κασδόα, με την ελπίδα ότι θα μεταπείσει τον αδελφό της με τα γλυκά της λόγια. Αλλά η Κασδόα, αφού κατηχήθηκε από τον αδελφό της έγινε πιστή Χριστιανή. Κατά προσταγή του βασιλιά πατέρα της, την ράβδισαν και την ρίξανε στην φυλακή. Εκεί η αγία , καθώς πονούσε από τους ραβδισμούς και τα βάσανα που της έκανα, λέει στον αδελφό της:» Παρακάλεσε για εμένα τον Θεό, αδελφέ μου, γιατί δεν μπορώ να υπομείνω άλλα βάσανα». Και ο άγιος της αποκρίθηκε:» Μην χάνεις την πίστη σου στον Θεό, και ελπίζω ότι δεν θα επιτρέψει να σε αγγίξει άλλο βασανιστήριο».

Τα απάνθρωπα βασανιστήρια συνεχίστηκαν για τον άγιο. Τον κρέμασαν από τα χέρια σε δυο ξύλα, αλλά και εκεί κρεμασμένος ο άγιος δεν έπαψε να δοξολογεί τον Θεό. Εκεί ζήτησε από δύο ιερείς που κρυφά κατέγραφαν τα μαρτύριά του να φέρουν νερό και λάδι για να βαπτιστεί.

Τότε ένα μικρό σύννεφο σαν ομίχλη στάθηκε από επάνω του και έβρεξε νερό και λάδι στο κεφάλι του. Και αμέσως έλαμψε φως στο πρόσωπο του αγίου και φωνή ακούστηκε που έλεγε:» Δούλε του Θεού Γοβδελαά, έλαβες το Άγιο Βάπτισμα».

Μετά από αυτό το θαυμαστό βάπτισμα και αφού υπέμεινε με υπομονή και καρτερία τα τελευταία μαρτύρια, ο μάρτυς Γοβδελαάς παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού. Κατόπιν μαρτύρησε και ο άγιος Δάδας, από τον οποίο είχε έλθει στην πίστη ο άγιος Γοβδελαάς.

Τα άγια λείψανα του τα έλαβαν οι πιστοί και τα ενεταφίασαν με τιμές.. Και ενώ έψαλλαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, τους φανερώθηκε ο άγιος Γοβδελαάς και τους είπε:» Ο Κύριος να σας ανταπωδώσει το ν μισθό, για τον κόπο που κάνατε». Έπειτα είπε σε κάποιον ιερέα: «Λάβε το Άγιο Μύρο και τι τίμιο Σώμα του Χριστού και πήγαινε στο παλάτι για να μυρώσεις την αδελφή μου και να την κοινωνήσεις.» Εκείνος τα πήρε και πήγε στον βασιλικό κήπο. Εκεί του εμφανίστηκε Άγγελος και μαζί μπήκαν στον κήπο. Αφού βάπτισε , μύρωσε και κοινώνησε την Κασδόα, ο Άγγελος έλαβε την αγία της ψυχή και την έφερε στα χέρια του Θεού.

Η βασίλισσα, αφού βρήκε νεκρή την κόρη της λυπημένη είπε στον βασιλιά: «Από εδώ και πέρα, χαίρε και εσύ και η βασιλεία σου, αφού θανάτωσες και τα δύο παιδιά μας σαν αν ήθελαν να σε φονεύσουν εσένα τον ίδιο. Ο άσπλαχνος εκείνος και αιμοβόρος πατέρας καθόλου δεν λυπήθηκε από αυτά. Η βασίλισσα, αφού μύρωσε με πολύτιμα μύρα το σώμα της κόρης της και την τύλιξε με βασιλική πορφύρα, την ενταφίασε μαζί με το λείψανο του αγίου υιού της Γοβδελαά, εις δόξαν Θεού.

 

πηγη


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ